Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Απάθεια και συλλογική δράση

 Φωτεινή Μαστρογιάννη


Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ενώ η κρισιμότητα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα (που εξελίσσεται δυστυχώς και σε εθνική κρίση) είναι τόσο μεγάλη, οι Έλληνες παρ'όλα αυτά δεν αντιδρούν. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει συλλογική απάθεια ή έρχεται ο καιρός της συλλογικής δράσης;


Σύμφωνα με μελέτες, πριν ξεκινήσει η  συλλογική δράση, οι άνθρωποι διανύουν μία περίοδο που μοιάζει κάπως με τη σημερινή. Είναι μία περίοδος όπου οι άνθρωποι ανταλλάσσουν απόψεις, ακούν τους άλλους και εκφράζουν τη δική τους άποψη. Είναι μία περίοδος όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Κάποια άτομα ξεχωρίζουν από το πλήθος και είναι αυτά που προτείνουν με σαφή τρόπο την ανάληψη δράσης. Από τη στιγμή που τα άτομα καταλάβουν τι συμβαίνει τότε καταλήγουν στη συλλογική δράση, η οποία συμφωνεί με την άποψη ενός από τους ανθρώπους που ξεχώρισαν από το πλήθος.

Οι ισχυρές ομάδες, οι έχοντες εξουσία, όμως, θα προσπαθήσουν με διάφορους τρόπους να καταπνίξουν τη συλλογική δράση. Οι τρόποι αυτοί είναι η χρήση του φόβου (ο οποίος μπορεί να κυμαίνεται από τον κοινωνικό στιγματισμό μέχρι τη φυλάκιση και τον θάνατο), ο έλεγχος της πληροφόρησης και των ΜΜΕ (στη χώρα μας εκπέμπεται το ίδιο μήνυμα πάντα που είναι εκφοβιστικό π.χ. όλα είναι μονόδρομος, δεν υπάρχει άλλη λύση κτλ.), η καλλιέργεια του κοινωνικού αυτοματισμού εντός των ομάδων  του πληθυσμού (πόσες φορές το είδαμε αυτό στα καθ'ημάς όπου συστηματικά στρέφεται η μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης) αλλά και η προώθηση μίας ατομικιστικής κουλτούρας («κοιτώ την πάρτη μου και ας χαθούν οι υπόλοιποι»).

Η συλλογική δράση λοιπόν απαιτεί την κατανόηση των εμποδίων που τίθενται από τις ισχυρές ομάδες αλλά και την απαλλαγή των ανθρώπων από αντιλήψεις που πολλές φορές τους έχουν καλλιεργηθεί από αυτές (τις ισχυρές ομάδες) με στόχο την αποδυνάμωσή τους.

Μία από αυτές τις αποδυναμωτικές αντιλήψεις είναι η εκλογίκευση της αδικίας. Πολλοί που δεν ανήκουν στις προνομιούχες ομάδες δικαιολογούν την αδικία, έχουν πεισθεί ότι το σύστημα είναι δίκαιο και ότι θα ξεφύγουν από την κατάσταση της μιζέριας εάν προσπαθήσουν και δουλέψουν πολύ. Ως εκ τούτου, αντί να στραφούν εναντίον του συστήματος για την κατάσταση μιζέριας στην οποία έχουν περιέλθει, στρέφονται εναντίον των άλλων μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού (Jost & Banaji, 1994). Αυτό το έχουμε δει πολλάκις στη χώρα μας όπου ενώ σκάνδαλα εκατομμυρίων ευρώ έχουν προκληθεί από πολιτικούς, πολλές φορές σε συνεργασία με ξένα συμφέροντα βλ. εξοπλιστικά προγράμματα, ομάδες του πληθυσμού στρέφονται εναντίον επαγγελματικών κατηγοριών π.χ. δημόσιοι υπάλληλοι, δικηγόροι, γιατροί, αγρότες κτλ. αντί να εστιάσουν στα μεγάλα σκάνδαλα και στις υπεξαιρέσεις δημοσίου χρήματος. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτή την εσωτερίκευση της μιζέριας και την αποδοχή της αδικίας την επιδεικνύουν συνήθως τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού και όχι τα εύπορα ( Jost et al., 2003).

Ένας άλλος λόγος που οι άνθρωποι δεν εμπλέκονται σε συλλογική δράση είναι γιατί μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι ταραχοποιοί και γιατί μπορεί να υπάρχουν αρνητικά κοινωνικά στερεότυπα εναντίον των ακτιβιστών (π.χ. χαρακτηρισμοί όπως άπλυτοι, γραφικοί, κομμουνιστές,φασίστες κτλ. λειτουργούν ως κοινωνικά στερεότυπα εναντίον της ακτιβιστικής δράσης).

Αρκετές φορές οι άνθρωποι δεν ενεργούν συλλογικά γιατί σκέφτονται τα υπέρ και τα κατά μίας τέτοιας δράσης. Η συλλογική δράση δεν είναι ελκυστική γιατί το προσωπικό κόστος είναι μεγάλο ενώ τα οφέλη τα μοιράζονται όλοι. Έτσι υπάρχει το φαινόμενο του «τζαμπατζή» που περιμένει να βγάλουν οι άλλοι «το φίδι από την τρύπα» κι αυτός να μην κάνει τίποτα.

Ο πιο σημαντικός όμως λόγος που οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν συλλογική δράση είναι γιατί πιστεύουν ότι «τίποτα δεν θα αλλάξει» ότι όλα είναι μάταια. Ωστόσο, αυτή η αίσθηση της ματαιότητας και το μέγεθος της  δεν είναι κοινή για όλους (ευτυχώς!). Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να εκφράσουν τις προσωπικές τους αξίες, να επηρεάσουν τους άλλους, να δημιουργήσουν ένα κίνημα αντίστασης και το πιο σημαντικό είναι  ότι πιστεύουν ότι είναι μαχητές και όχι νωθροί/μαλθακοί. Θεωρούν τη μαχητικότητα και την αντίσταση στοιχεία της ταυτότητάς και της αυτο αντίληψής τους και γι’αυτό δραστηριοποιούνται συλλογικά.

Ο ιστορικός χρόνος δείχνει ότι ήρθε ο καιρός των μαχητών, μένει να επιβεβαιωθούμε.


 Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Jost, J.T., Banaji, M.R.1994. The role of stereotyping in system-justification and the production of false consciousness. British Journal of Social Psychology. 33(1), σελ. 1-27.
Jost, J. T., Glaser, J., Kruglanski, A. W., & Sulloway, F. J. (2003). Political conservatism as motivated social cognition. Psychological Bulletin, 129, 339–375.

Διαδίκτυο









Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ραγιαδισμός και νεοαποικιοκρατία

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Οικονομολόγος, συγγραφέας, καθηγήτρια ΜΒΑ

Η παθητική στάση του ελληνικού λαού προκαλεί την απορία πολλών. Ωστόσο η παθητικότητα αυτή αποτελεί συνισταμένη πολλών παραγόντων. Κάποιοι από αυτούς όπως είναι η χειραγώγηση, η οικονομική εξάρτηση και ο ρόλος κέντρου-περιφέρειας στην ΕΕ έχουν παρουσιασθεί σε προηγούμενα άρθρα μου.

Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσω το φαινόμενο της νεοαποικιοκρατίας. Το νέο ελληνικό κράτος αποτελεί δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι σχέσεις όμως υποτέλειας υπήρξαν ήδη από την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ως δημιούργημα λοιπόν τρίτων (κατ’άλλους προτεκτοράτο) έχει δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης - οικονομικές και πολιτισμικές.



Η νεοαποικιοκρατία είναι η εκμετάλλευση των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών από τις αναπτυγμένες με έμμεσους τρόπους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η νεοαποικιοκρατία αποτελεί μία εξέλιξη του καπιταλισμού όπου οι καπιταλιστικές δυνάμεις (έθνη και επιχειρήσεις) επιβάλλονται στα πιο αδύναμα έθνη μέσω των ενεργειών του διεθνούς καπιταλισμού αντί με μεθόδους άμεσης επιβολής.

Η πολιτισμική αποικιοκρατία αποτελεί τμήμα της νεοαποικιοκρατικής θεωρίας μαζί με την παγκοσμιοποίηση. Στην πολιτισμική αποικιοκρατία το κυρίαρχο έθνος ελέγχει τις αξίες του κυριαρχούμενου μέσω των ΜΜΕ, της εκπαίδευσης, της θρησκείας και της γλώσσας με σκοπό πάντα την οικονομική υποδούλωση. Στη χώρα μας αυτό μπορεί να το παρατηρήσει κάποιος με τη μόδα των γκρήκλις, των ξένων πινακίδων στα καταστήματα κοκ. (γλώσσα), με την υποβάθμιση των ιστορικών στοιχείων του έθνους (εκπαίδευση), τα ΜΜΕ (με τις αμερικάνικες σειρές και πρόσφατα με τις τούρκικες) και της θρησκείας (υποβάθμιση κυρίαρχου δόγματος στα ΜΜΕ βλ. αντικληρικαλισμός, στην εκπαίδευση -αφαίρεση χριστιανικών συμβόλων, κατάργηση προσευχής κοκ).

Επιβάλλεται έτσι μία αποικιοκρατική νοοτροπία όπου ο κυριαρχούμενος αναπτύσσει συναισθήματα κατωτερότητας και ο κυρίαρχος θεωρείται ανώτερος  γιατί  ανήκει (ο κυρίαρχος) σε μία ανώτερη φυλή (θα μας σώσουν οι ξένοι που είναι «καλύτεροι» από εμάς).

Η πολιτισμική αποικιοκρατία αποκαλείται και «μαλακή ισχύς» (soft power) και γίνεται με τρόπο που  είναι ελκυστικός στον κυριαρχούμενο. Για παράδειγμα οι τούρκικες τηλεοπτικές σειρές έχουν στοιχεία που να μπορεί να ταυτισθεί ο μέσος Έλληνας με τον τούρκο ηθοποιό βλ. ντύσιμο, οικογενειακά θέματα, κατοικία κτλ.  Οι σειρές αυτές χρησιμοποιούνται ως εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η μη μεταγλώττισή τους έχει ως σκοπό το άκουσμα της τουρκικής γλώσσας να καταστεί οικείο στον Έλληνα οπότε σε μία πιθανή ενδεχόμενη στρατιωτική επίθεση της Τουρκίας να μην μπορεί να αντιδράσει γιατί δεν αντιδρούμε σε κάτι που έχουμε αποδεχθεί ως οικείο ή ακόμα και φιλικό. Το ίδιο έχει συμβεί και με τις αμερικανικές σειρές με αποτέλεσμα την υιοθέτηση του αμερικανικού τρόπου ζωής και σκέπτεσθαι (τα γκρήκλις ακόμα και η αλλοίωση των σημείων στίξης της ελληνικής γλώσσας αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση).

Η αποικιοκρατική νοοτροπία στον καταπιεζόμενο αναπτύσσει συναισθήματα κατωτερότητας (David & Okazaki, 2006a) δημιουργώντας τα αντίστοιχα ψυχολογικά τραύματα (χαμηλή αυτοεκτίμηση, υψηλά επίπεδα αυτοκτονίας – περίπου 30-50.000 αυτοκτονίες στην Ελλάδα της κρίσης). Πόσοι δεν έχουν ακούσει Έλληνες να «αυτομαστιγώνονται» λέγοντας ότι είναι τεμπέληδες, διεφθαρμένοι κτλ. ;

Η νεοαποικιοκρατία και η αποικιοκρατική νοοτροπία εκδηλώνεται με πέντε βασικούς τρόπους που είναι (Decena, 2014): εσωτερικευμένη πολιτισμική και εθνική κατωτερότητα (οι Ευρωπαίοι είναι «καλύτεροι» από τους Έλληνες που είναι «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι»), πολιτισμική ντροπή (μετά την αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε τίποτα, οι νεοέλληνες δεν έχουν ιστορική συνέχεια κτλ.) διακρίσεις εντός του ίδιου του λαού (η μία κοινωνική τάξη στρέφεται εναντίον της άλλης μέσω του κοινωνικού αυτοματισμού που προωθείται από τα ΜΜΕ), τα φυσικά χαρακτηριστικά (η άρια φυλή είναι ανώτερη γιατί είναι ψηλή και ξανθιά) και το αποικιοκρατικό χρέος βάσει του οποίου οι Έλληνες θα πρέπει να είναι ευγνώμονες στους Ευρωπαίους που ήρθαν για να τους «σώσουν».

Η λύση στο πρόβλημα είναι η «αντιαποικιοκρατία» του πνεύματος. Ο Έλληνας θα πρέπει να πάψει να αισθάνεται ντροπή και να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του. Μέσω της συλλογικότητας να αρχίσει να αποκτά κριτική σκέψη και έτσι να διασώσει όχι μόνο την εθνική του ταυτότητα αλλά και την πνευματική του υγεία. Διαφορετικά η επιβίωση θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη εάν όχι αδύνατη.

  
Ενδεικτική βιβλιογραφία

David, E.J.R. & Okazaki, S. (2006a). Colonial mentality: A review and recommendation for filipino American psychology. Cultural Diversity and Ethnic Minority Psychology. 2006: 12 (1):1-16.







http://www.triklopodia.gr/%CF%83%CE%BF%CE%BA-%CE%B1%CF%80%CE%BF-30-000-%CE%B5%CF%89%CF%83-50-000-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB/

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Ιωάννα Μουτσοπούλου – Πέρασαν οι εποχές που έρχονταν οι Μεσσίες

Προσκεκλημένη της Φωτεινής Μαστρογιάννη στην εκπομπή Take the money & run ήταν η νομικός και συγγραφέας κα Ιωάννα Μουτσοπούλου.

Σύμφωνα με την κα Μουτσοπούλου διανύουμε μία εποχή οριστική. Ο δυτικός πολιτισμός απέρχεται και καταρρέει με άσχημο τρόπο. Δυστυχώς όμως, παρόλα αυτά, δεν έχουμε κατανοήσει το βάθος των αρχών βάσει των οποίων κτίστηκε αυτός ο πολιτισμός που άρχισε από τον Σόλωνα.


Για παράδειγμα, ο Σόλωνας με τους νόμους του, κατάργησε τη δουλειά για λόγους χρεών ενώ σήμερα πάλι για λόγους χρεών καταλήξαμε πάλι να υποδουλώνονται πληθυσμοί. Ξαναγυρίσαμε στα ίδια γιατί δεν κατανοήσαμε με ακρίβεια τις αρχές στις οποίες στηρίχτηκαν όλα τα βήματα που πραγματοποιήθηκαν.Έγιναν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι που τους έκανε η Δύση και τελικά ποιο είναι το μάθημα που πήρε ο κόσμος; Το μάθημα ήταν η πτώση στον ηδονισμό. Συνεπώς έχουμε κρίση αξιών. Οι άνθρωποι που θέλουν να σκέφτονται πρέπει να πραγματευθούν αυτές τις αρχές λίγο καλύτερα.

Οι αξίες στις οποίες πολλοί άνθρωποι θέλουν να επιστρέψουν δεν είναι αληθινές γιατί δεν τις είχαν κατανοήσει σε βάθος. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να κάνουν πολλά είτε γιατί δεν το θέλουν είτε  γιατί παρασύρονται από τη λαγνεία της εξουσίας είτε γιατί είναι από πίσω τους συμφέροντα. Οι ελίτ που έχουν τη διακυβέρνηση του κόσμου δεν έχουν συμφέρον να κάνουν κάτι για τους πολλούς γιατί αυτές περνάνε καλά. Ο πολύς κόσμος όμως πρέπει να κάνει τις απαραίτητες διεργασίες, διεργασίες που ξεκινάνε από μέσα και μετά βγαίνουν έξω. Εάν κάνουν τις εξωτερικές διεργασίες και λείπουν οι εσωτερικές τότε θα καταλήξουν πάλι στο μηδέν.

Θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το περιεχόμενο των αξιών της ζωής. Παράδειγμα: θέλουμε αληθινά την ισότητα; Όλη η ζωή είναι στηριγμένη σε μία τάση για ανισότητα αρκεί αυτή η ανισότητα να ωφελεί εμάς τους ίδιους. Θέλουμε δημοκρατία. Τι είναι η δημοκρατία; Να έχουμε απλά ένα κοινοβούλιο;  Δημοκρατία δεν είναι να είμαι ελεύθερος να κάνω ότι μου αρέσει, αυτό είναι ασυδοσία και ανευθυνότητα. Επομένως πρέπει να αναλύσουμε τις αξίες που υποτίθεται ότι θέλουμε.

Η δημοκρατία δεν είναι η υπέρτερη αξία, υπάρχουν πιο αφηρημένες έννοιες όπως είναι η δικαιοσύνη. Γίνεται δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη; Γίνεται δημοκρατία χωρίς ελευθερία; Γίνεται δημοκρατία χωρίς ευθύνη; Ο πιο πολύς κόσμος ονειρεύεται να είναι ανεύθυνος δηλαδή να έχει τόσα χρήματα που να μην έχει κανέναν ανάγκη. Να μην ενδιαφέρεται για τα κοινά αφού έκανε το «καθήκον» του και ψήφισε μία φορά στα τέσσερα χρόνια. Αυτό δεν είναι δημοκρατία.

Οι άνθρωποι δεν θέλουν να λύσουν αυτά τα θέματα και η αποτυχία είναι εμφανής. Η οικονομία είναι φούσκα και είναι το αποτέλεσμα μιας τρέλας. Ο άνθρωπος πιστεύει ότι δεν είναι ευθύνη του ο κόσμος αλλά μόνο η ζωή του, ούτε καν η οικογένειά του.

Οι διεργασίες της συνείδησης των ανθρώπων είναι η πηγή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Εάν δεν υπήρχε αυτό το γίγνεσθαι τα γεγονότα που συμβαίνουν στην κοινωνία θα ήταν διαφορετικά. Η κοινωνία αντικατοπτρίζει αυτό που εμείς οι ίδιοι θέλουμε.

Γιατί θέλουμε το εύκολο κέρδος; Το εύκολο κέρδος σημαίνει να μην δουλεύω και να βγάζω λεφτά χωρίς να αναρωτιέμαι ούτε το πώς βγαίνουν, ούτε από ποιον βγαίνουν ούτε από ποιον θα λείψουν.
Ψηφίζουμε έναν πολιτικό γιατί μας αρέσει το στυλ του αλλά τότε γιατί παραπονιόμαστε; Οι πολιτικοί ακόμα και όταν αναφέρονται σε αξίες είναι λόγια κενά περιεχομένου.

Στις ημέρες μας επικρατεί ένας ακραίος υλισμός. Ο Λουδοβίκος XV έλεγε «μετά από μένα το χάος» . Αυτό είναι και η φιλοσοφία των περισσοτέρων. Είναι σαν να μην έχει προοπτική η ζωή.
Υπάρχει μία αίσθηση ματαιότητας στον άνθρωπο γιατί από τη στιγμή που η ζωή του έχει ένα τέλος, ο άνθρωπος σκέφτεται με βάση του «ότι φάμε και ότι πιούμε». Αυτό είναι ο υλισμός που όμως πρέπει να φύγει γιατί ακόμα και εάν φάμε και εάν πιούμε η ζωή ούτως ή άλλως τελειώνει, οπότε κι αυτό δεν έχει νόημα.

Όλα είναι εκ των υστέρων και δεν υπάρχει βάθος. Δεν έχουμε διακυβέρνηση αλλά πολιτική διαχείριση. Η διακυβέρνηση απαιτεί να υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι που να θέλουν να κυβερνήσουν τους πολλούς.

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ έλεγε «καλό για όσο το δυνατόν περισσότερο αριθμό ανθρώπων». Η διαφορά ανάμεσα στη διακυβέρνηση και στην εξουσία είναι φοβερά μικρή.

Ο νόμος είναι ένα κυβερνητικό στοιχείο που θέλει να βάλει σε μία τάξη την κοινωνία. Ο νόμος δεν τιμωρεί μόνο αλλά έχει και εκπαιδευτικό σκοπό. Όταν έχουμε ένα δικτάτορα πάλι έχουμε νόμους. Στην περίπτωση αυτή έχουμε απόσταση της δικαιοσύνης από το τεθειμένο δίκαιο δηλαδή αυτό που λέει η εξουσία είναι και αυτό που πρέπει να γίνει. Ο νόμος που έχει απόσταση από τη δικαιοσύνη χάνει τον χαρακτήρα του νόμου και είναι απλά μία επιβολή.

Υπάρχει ένας συγκαλυμμένος και ένας ασυγκάλυπτος αυταρχισμός. Ο συγκαλυμμένος έρχεται μέσα από τα πρότυπα που προβάλλονται με καταιγιστικό τρόπο π.χ. από την τηλεόραση. Ο συγκαλυμμένος αυταρχισμός είναι ένα είδος προπαγάνδας. Αυτοί που έχουν την ισχύ ακούν γοητεία. Οι άνθρωποι επιθυμούν τη δύναμη, επιθυμούν τόσο να ασκούν τη δύναμη όσο και να τους ασκείται. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι άνθρωποι είναι παθητικοί στο μυαλό.

Ο Καντ είχε γράψει ότι είναι απαράδεκτο οι άνθρωποι να θέλουν να σκέφτεται κάποιος άλλος γι΄αυτούς. Οι άνθρωποι πρέπει να φύγουν από την παθητικότητα και να σκέφτονται μόνοι τους. Περιμένουν έναν Μεσσία αλλά πέρασαν οι εποχές που έρχονταν οι Μεσσίες.

Η εποχή μας είναι η εποχή που δρέπουμε τους καρπούς των επιλογών μας. Ο Σόλωνας για τις πολύ σοβαρές υποθέσεις είχε επιβάλλει να έχουν άποψη όλοι. Ο πολίτης να είναι ενεργός. Ο ενεργός πολίτης γνωρίζει πολλά, έχει καλή πρόθεση και ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Εάν υπήρχαν πολλοί ενεργοί πολίτες δεν θα είχαμε φτάσει στο σημείο που φτάσαμε.

Η επιστήμη, από την άλλη, δεν είναι διασυνδεδεμένη με την κοινωνία αλλά με την εξουσία. Η κοινωνικοποίηση είναι μία έννοια που περικλείει την ευθύνη που έχουμε απέναντι στους ανθρώπους και στη φύση. Οι μεγάλοι επιστήμονες είχαν και φιλοσοφική θεώρηση, δυστυχώς δεν υπάρχουν πλέον. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι η τεχνολογία.

Η Δύση είναι φοβερά προσηλωμένη στο χειροπιαστό, στο άμεσο. Όταν θέλεις το χειροπιαστό, θα θέλεις και το χρήμα γιατί αυτό είναι χειροπιαστό, μετριέται. Συνεπώς το χρήμα ωθεί στο να μην έχει ο άνθρωπος ευθύνη, να μην έχει προοπτική.

Ο άνθρωπος, πλέον, δεν έχει όραμα ούτε για το μέλλον της ζωής του ούτε για τη ζωή μετά θάνατον. Όλοι έχουμε τάση για αθανασία, κάποιοι νομίζουν ότι θα κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου επιθετικά μέσω του κυνισμού, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι η λύση.

Λείπει το όραμα της ζωής. Το όραμα βρίσκεται μέσα μας. Η εξουσία είναι για να κόβει τα οράματα και οι διανοούμενοι δεν έχουν βοηθήσει στην εμβάθυνσή του. Έχουν ξεκόψει τελείως από την κοινωνία, τους αρέσει η επωνυμία, προσκολλώνται σε απόψεις που έχουν εκφράσει και δεν είναι έτοιμοι για το συνεχές γίγνεσθαι. Πολλές φορές μιλάνε με μη κατανοητό τρόπο. Τους αρέσει η ιδιαιτερότητα ενός κύκλου ανθρώπων που είναι από πάνω  που είναι η πνευματική εξουσία. Η διανόηση πλέον έχει αποτύχει. 

Η ενασχόληση με την επικαιρότητα είναι ένα είδος πολιτικής. Εάν ακουμπήσεις την ανάγκη του άλλου τότε αποκτάς ένα είδος δύναμης.

Στην εποχή μας υπάρχει ένα τεράστιο αδιέξοδο, ίσως δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε το μεγάλο βήμα γιατί υπάρχουν μεγάλες εμπλοκές στο γεωπολιτικό πεδίο. Όλοι θέλουν δύναμη.

Η Ευρώπη φθίνει, είναι γηρασμένη, χωρίς όραμα. Έχουμε καταλήξει να χρησιμοποιούμε τις μεγάλες ιδέες ως δεκανίκι για να αποκτήσουμε δύναμη. Τα έθνη δεν έχουν δικαιοσύνη και όταν ένα έθνος δεν έχει δικαιοσύνη δεν είναι σωστό έθνος.

Η κα Μουτσοπούλου θεωρεί ότι θα γνωρίσουμε μεγάλες καταρρεύσεις στην εποχή μας αλλά το θέμα είναι οι μελλοντικοί άνθρωποι να μπορούν να σκέφτονται λίγο καλύτερα για να μην ξαναρχίσει η ανθρωπότητα πάλι τα ίδια.

Κλείνοντας, η κας Μουτσοπούλου είπε ότι οι κρίσεις είναι η μεγάλη μας ευκαιρία και στην κρίση μπορεί κανείς, εάν το θέλει, να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο.

Την εκπομπή μπορείτε να παρακολουθήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:





Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Η επανάσταση της σιωπηλής πλειοψηφίας

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Στις Αμερικάνικες εκλογές, οι αναλυτές ισχυρίζονται ότι ο πραγματικός νικητής ήταν η σιωπηλή πλειοψηφία γιατί ήταν αυτή που ανέδειξε τον Ντόναλντ Τραμπ και πράγματι φαίνεται ότι αυτή είναι η αλήθεια.

Ο όρος «σιωπηλή πλειοψηφία» έγινε δημοφιλής από τον πρόεδρο Νίξον, στον λόγο του στις 3 Νοεμβρίου 1969 στον οποίο ζητούσε την υποστήριξη της σιωπηλής πλειοψηφίας των Αμερικάνων.


Πολλοί απόρησαν με τη δύναμη της σιωπηλής πλειοψηφίας που ανατίναξε στην κυριολεξία τις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, παρόλο που κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και στο Brexit.

Κάποιοι προσπάθησαν να το αιτιολογήσουν προσδίδοντας στους Αμερικάνους τα ίδια που προσέδωσαν και στους Βρετανούς πολίτες ήτοι ρατσισμό, ξενοφοβία, αμάθεια κτλ. Την ίδια σιωπηλή στάση παρατηρήσαμε και στη χώρα μας με τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι και συλλήβδην χαρακτηρίστηκαν ως φασίστες και ακροδεξιοί. Οι ψηφοφόροι αυτοί εάν και όχι πλειοψηφία όπως στην περίπτωση των Αμερικάνων και Βρετανών, δημιούργησαν μία συμπαγή μάζα ψηφοφόρων η οποία και αυτή δεν εκφράζεται δημόσια με έντονο τρόπο.

Είναι προφανές ότι όλοι όσοι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της σιωπηλής πλειοψηφίας, μάλλον δεν έχουν διαβάσει το περίφημο βιβλίο του Jean Baudrillard «Στη σκιά των σιωπηλών πλειοψηφιών» που έγραψε το 1983.

Ο Baudrillard ανέφερε ότι οι μάζες πλέον μετά την ουσιαστική διάλυση των κοινωνικών τάξεων δεν έχουν κάποιον να τους αντιπροσωπεύει. Το καλό αυτού είναι ότι κανείς δεν μπορεί να στραφεί συγκεκριμένα εναντίον τους. Οι μάζες δεν βρίσκουν πλέον νόημα και ούτε ζητούν νόημα, ως εκ τούτου η ισχύς είναι κούφια.

Οι μάζες απορροφούν τα μηνύματα που τους στέλνει η μαζική προπαγάνδα και τα ξαναστέλνουν πίσω. Τους στέλνονται μαζικά μηνύματα αλλά θέλουν ορισμένα και όχι όλα και σίγουρα προτιμούν το θέαμα από ότι το νόημα. Το τελευταίο το είδαμε και στην επικοινωνιακή και εκρηκτική συμπεριφοριστικά στάση του Ντόναλντ Τραμπ που μόνο τυχαία δεν ήταν.

Οι μάζες με το να αποσύρονται στην ιδιωτική τους περίκλειστη σφαίρα και να μην εκφράζουν άποψη αντιδρούν δυναμικά στην πολιτική χειραγώγηση και περιφρονούν τους πολιτικούς.

Οτιδήποτε παλαιότερα καλούνταν μικροαστικό όπως η αποχή από την πολιτική και η ρουτίνα της καθημερινής ζωής γίνεται πλέον η νόρμα. Η ρουτίνα, η αδράνεια και η πολιτική αποχή παλαιότερα χαρακτήριζαν τον φασισμό ωστόσο στις ημέρες μας αποτελεί μία διαδικασία εν δυνάμει επαναστατική. 

Αυτή η μετωπική αντίσταση στο σύστημα προέρχεται από παραδοσιακές κυρίως ομάδες ανθρώπων που θέλουν να διατηρήσουν την κουλτούρα τους και τις παραδοσιακές δομές της κοινωνίας τους σε αντίθεση με την ομογενοποίηση που προάγεται από το υπάρχον σύστημα, κατ'άλλους καθεστώς. Το στοιχείο αυτό το παρατηρήσαμε τόσο στη Βρετανική όσο και στην Αμερικανική κοινωνία και αποτελεί στοιχείο μίας διαδικασίας κατάρρευσης η οποία, σύμφωνα με τον Baudrillard, δεν πρόκειται να σταματήσει αλλά θα είναι είτε βίαιη είτε ομαλή σε αργή κίνηση, πάντως σίγουρα κατάρρευση. Τα αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα, η οικολογία κτλ. αποτελούν στοιχεία της ομαλής και όχι βίαιης κατάρρευσης του επικρατούντος συστήματος.

Ο Baudrillard όμως τονίζει ότι η ομαλή κατάρρευση θα είναι σύντομη και ότι πουθενά δεν υπήρξε μία ισορροπημένη μετάβαση από τα συστήματα κατάρρευσης στα συστήματα έκρηξης  αλλά κάθε στοιχείο στο δρόμο της κατάρρευσης μπορεί να είναι βίαιο και καταστροφικό.

Είναι προφανές πλέον ότι οδηγούμαστε σε σημαντικές, τεκτονικού τύπου, αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Εάν μη τι άλλο, ζούμε σε μία άκρως ενδιαφέρουσα εποχή.




Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Ο ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Καθημερινά  ακούμε για σκηνές φανατισμού κυρίως θρησκευτικού αλλά και πολιτικού. Πώς γίνεται όμως κάποιος φανατικός;

Οι παράγοντες που συντελούν στη δημιουργία ενός φανατικού είναι τόσο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ίδιου του ατόμου όσο και η προπαγάνδα που έχει υποστεί. Πέραν αυτών όμως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο Calhoun (2004)  αναφέρει ότι ένας παράγοντας δημιουργίας φανατικών είναι οι κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί. Οι παλιές αξίες έχουν χάσει το νόημά τους και δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμα νέες. Σε τέτοιες περιόδους, οι άνθρωποι αναζητούν θεωρίες και κινήματα τα οποία θα τους βοηθήσουν να ξανααποκτήσουν την απολεσθείσα αίσθηση ασφάλειας. Η περίοδος που διανύουμε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, αυτή η περίοδος της παγκοσμιοποίησης και του κοσμικού ανθρωπισμού προκαλεί αβεβαιότητα στους ανθρώπους και συνεπώς οι φανατικοί μπορούν εύκολα να «ευδοκιμήσουν» μαζί με τους «σωτήρες/μεσσίες» αρχηγούς τους.

Ο Hoffer στο βιβλίο του «The True Believer» ήδη από το 1951 υποστήριξε ότι η δημοκρατία της Δύσης παρακμάζει και ότι οι άνθρωποι γίνονται μαλθακοί, εγωϊστές και ηδονιστές. Λόγω της μαλθακότητας και του εγωϊσμού οι άνθρωποι δεν είναι διατεθειμένοι να αγωνιστούν για οτιδήποτε και έτσι δημιουργείται μία ηθική παρακμή. Κατ’άλλους (Permetti, 2015), οι άνθρωποι στη δύση χειραγωγούνται συνέχεια από τις ελίτ και δεν επιδιώκουν μία συστημική αλλαγή γιατί απλά έχουν «εκπαιδευθεί» να μην σκέφτονται άλλο θεσμικό πλαίσιο π.χ. κάποια άλλη μορφή διακυβέρνησης, ρύθμισης της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων κτλ. Έχουν μάθει να σκέφτονται μόνο το τρίπτυχο: κέρδος, ανταγωνισμός και κατανάλωση και τίποτε άλλο. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ελευθερία του Τύπου ούτε ελευθερία της έκφρασης αφού οι πολίτες δεν διανοούνται κάποιο άλλο θεσμικό πλαίσιο πέραν του υφιστάμενου και όλα (τα ΜΜΕ, το πολιτικό σύστημα κτλ.) χειραγωγούνται από τις ελίτ μέσω της προπαγάνδας.

Σύμφωνα πάλι με τον Hoffer, η κενότητα που νοιώθουν τα άτομα τους προκαλεί το αίσθημα της αποτυχίας το οποίο προκειμένου να ξεπεράσουν αρχίζουν να πιστεύουν σε  έναν οποιοδήποτε «ιερό σκοπό». Ένα μαζικό κίνημα θα πρέπει να  παρέχει στα άτομα αυτά όχι μόνο την αίσθηση της δύναμης αλλά και πίστη για το μέλλον. Το μαζικό κίνημα θα πρέπει επίσης να τους παρέχει την αίσθηση του ανήκειν ("εμείς και οι άλλοι" ή σε ακραίες μορφές "όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας"), κάτι που το ανασφαλές άτομο χρειάζεται περισσότερο απ΄ ότι η πίστη σε μία ιδεολογία. 

Ο φανατικός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για ότι θεωρεί ιερό, συνεπώς φθάνει στο σημείο να απαρνιέται τον εαυτό του. Η άρνηση αυτή του εαυτού τον κάνει δεκτικό στο να πραγματοποιήσει διάφορες πράξεις ακραίας βίας, πράξεις που το μαζικό κίνημα και ο σωτήρας/μεσσίας αρχηγός  θα του «υποδείξουν».

Όπως προαναφέρθηκε, ο φανατικός δεν επιθυμεί ιδιαίτερες αναλύσεις του αρκούν γρήγορες και εύκολες απαντήσεις. Η Nystrom (2002) υποστηρίζει ότι τον ρόλο αυτό, δηλαδή της παροχής γρήγορων και εύκολων απαντήσεων, παρέχει η τηλεόραση.

Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση του Perkinson (2002) σύμφωνα με την οποία το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανή μαζικής παραγωγής φανατικών. Αυτό το κάνει με την κατάργηση της κριτικής σκέψης και με την παροχή προτυποποιημένων, αυταρχικού και δογματικού τύπου απαντήσεων σε ερωτήματα που άπτονται των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Η απώλεια κριτικής σκέψης συμβαδίζει με τη χειραγώγηση των σύγχρονων μαζών από τις ελίτ όπως υποστηρίζει ο Perretti (2015).

Οι σύγχρονοι φανατικοί είναι είτε αυτοί που πιστεύουν σε κάποιες θρησκευτικές αρχές βλ. ισλαμιστές είτε αυτοί που υποστηρίζουν το υπάρχον σύστημα με πάθος βλ. οπαδοί πολιτικών κομμάτων και όχι μόνο.

Εάν μία χώρα θέλει να θεωρείται δημοκρατική (και όχι να ισχυρίζεται ψευδώς ότι είναι) πρέπει να βοηθά τους πολίτες της να σκέφτονται εναλλακτικές προτάσεις για το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και έτσι να αποφεύγεται ο φανατισμός. Πρέπει να ενθαρρύνει τον διάλογο για θέματα όπως είναι ο τύπος διακυβέρνησης, η οικονομία κτλ. και όχι να προάγει μονοσήμαντες πολιτικές περί μονόδρομων κτλ. Στην Ελλάδα, ο διάλογος, και όχι οι κραυγές των φανατικών οπαδών των κομμάτων, είναι επιτακτικός γιατί πλέον  το οικονομικό πρόβλημα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά εθνικά προβλήματα θέτοντας έτσι ζήτημα  ύπαρξης της ίδιας της χώρας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Calhoun, L.2004. An Anatomy of Fanaticism. .– Peace Review, 16(3), σελ349.–356.

Hoffer, E. 1951.The True Believer: Thoughts on the Nature of Mass Movements. NewYork: Harper Perennial Modern Classics.

Nystrom, C. L.2002. Immediate Man: The Symbolic Environment of Fanaticism. .– ETC:A Review of General Semantics, 59(2), σελ. 175–191.

Perkinson, H. J. 2002.Fanaticism: Flight from Fallibility. .– ETC: A Review of General Semantics, 59 (2), σελ. 170.–174.

Perretti, Y. 2015 The rise of instinctive believers and fanatics in modernity. Διαθέσιμο στον Παγκόσμιο Ιστό:<http://www.pravdareport.com/society/stories/22-01-2015/129586-believers_fanatics-0/>

ΣΕ ΒΛΕΠΩ