Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

11ος αιώνας, ομοιότητες με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα

Την Παρασκευή 27/11/2015, προσκεκλημένος της οικονομολόγου Φωτεινής Μαστρογιάννη στη διαδικτυακή εκπομπή Take the money and run, ήταν ο ιστορικός και ερευνητής της Βυζαντινής Ιστορίας κος Δημήτρης Ζερβός. 
Την εκπομπή μπορείτε να παρακολουθήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:
O κος Ζερβός επισήμανε τις παρακάτω ομοιότητες και διαφορές του 11ου αι. με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα:


Κοινά Σημεία 11ου αιώνος με την σημερινή εποχή
·        Απαλλαγή από τους φόρους των «Δυνατών» και των Μοναστηριών και υπερβολική επιβάρυνση των μικροϊδιοκτητών, των βιοτεχνών, των μικρεμπόρων. Ειδικά η επαρχία κλήθηκε να πληρώσει τις υπέρογκες σπατάλες της αυτοκρατορικής αυλής. Ως εκ τούτου υπήρξε μεγάλη δυσαρέσκεια έναντι της πρωτευούσης, της Κωνσταντινουπόλεως, τότε και τώρα
·        Όλα τα κεντρικά πόστα, τα κλειδιά του κράτους (διοίκηση, οικονομία, στρατός και στόλος) τα κατείχαν οι διεφθαρμένοι κεντρικοί γραφειοκράτες της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι ήταν δίπλα στον αυτοκράτορα και τον επηρέαζαν. Οι ίδιοι, μάλιστα, τον εξέλεγαν, τότε και τώρα
·        Διαφθορά κρατικών αξιωματούχων τότε και τώρα
·        Απόκτηση αξιωμάτων επί πληρωμή τότε και τώρα
·        Αθρόοι διορισμοί στο δημόσιο και υπέρογκη αύξηση των μισθών των Δημοσίων υπαλλήλων (ειδικά επί Κων/νου Ι Δούκα 1059-1067) τότε και τώρα
·        Διορισμοί στο κράτος ημετέρων, κρατικό χρήμα στους ημέτερους (π.χ Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος αδελφός του Μιχαήλ Δ' του Παφλαγόνα και ευνούχος της αυλής διόριζε ανθρώπους της οικογενείας του σε κρατικές θέσεις και τους σίτιζε με δημόσιο χρήμα) τότε και τώρα
·        Διορισμοί ανίκανων προσώπων σε θέσεις κλειδιά (σχετικές αναφορές στην «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού) τότε και τώρα
·        Νόθευση του Χρυσού Σόλιδου (το Δολάριο του Μεσαίωνος) με ευτελή μέταλλα με αποτέλεσμα να χάνει την αξία του και από νόμισμα 24 καρατίων, την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο ο Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081-1118), κατήντησε νόμισμα μόλις 6 καρατίων. Η τότε νόθευση αντιστοιχεί με την σημερινή υποτίμηση του νομίσματος (Ευρώ) στην διεθνή αγορά
·        Κατάργηση του στρατού των Θεμάτων και της στρατιωτικής θητείας. Η θητεία μπορούσε να εξαγοραστεί. Δημιουργία μισθοφορικού στρατού, κυρίως από ξένους (Βαράγγους, Ούζους, Πετσενέγκους, Φράγκους, Νορμανδούς κ.λ.π), οι οποίοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την μισθοδοσία τους παρά στο πως θα υπερασπιστούν αποτελεσματικότερα τα σύνορα του Βυζαντίου. Σήμερα έχουμε τους «Ελληνοποιηθέντες» στον ελληνικό στρατό καθώς και την εισαγωγή του θεσμού των επαγγελματιών οπλιτών, ήδη από το 1985. Επίσης, μεγάλη μείωση στα κονδύλια για τις στρατιωτικές δαπάνες, απαξίωση του στρατεύματος, τότε και τώρα. 
·        Εμφάνιση και ραγδαία εξάπλωση του πατσιφιστικού ιδεολογήματος περί «διαρκούς ειρήνης» και σταδιακή άμβλυνση του στρατιωτικού χαρακτήρα της αυτοκρατορίας, πιθανόν και λόγω της κοπώσεως από τους προηγούμενους πολέμους των στρατιωτικών αυτοκρατόρων. Σε αντίθεση με την έως τότε επικρατούσα ιδεολογία του Βυζαντίου, όπως αναφέρεται σε Νεαρά επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Η' του Πορφυρογεννήτου: «ώσπερ εν σώματι κεφαλή, ούτως εν πολιτεία στράτευμα»). Στην εποχή μας επικρατεί μία γενικότερη τάση απαξίωσης του θεσμού της στρατιωτικής θητείας και του στρατού γενικότερα λόγω της κυριαρχίας αριστερίστικων διεθνιστικών πατσιφιστικών αντιλήψεων περί συναδελφώσεως των λαών. 

           Φωτεινή Μαστρογιάννη
           Οικονομολόγος, Καθηγήτρια ΜΒΑ
e         en-athinais.webnode.gr
          mastroyanni.blogspot.gr

Ελλάδα, επιχειρήσεις και οικονομική κρίση. Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Η επιχειρηματικότητα παγκόσμια θεωρείται παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης. Στην Ελλάδα, δε, ήταν μεγάλης σημασίας γιατί μέχρι πρόσφατα το 15% του ενεργού πληθυσμού ασχολούνταν με το επιχειρείν. Οι περισσότεροι από τους επιχειρηματίες ήταν μικρομεσαίοι. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιστοιχούσαν στο 96% των ελληνικών επιχειρήσεων, συνεισέφεραν στο 33% της συνολικής προστιθέμενης αξίας του επιχειρηματικού τομέα και απασχολούσαν το 58% του εργατικού δυναμικού.
Με τα απανωτά μνημόνια όμως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα βρέθηκαν σε δυσμενή θέση όταν πάνω από 100.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν κλείσει άνω των 200.000 εργαζομένων έχουν χάσει τις θέσεις εργασίας τους και από το 2009 μέχρι σήμερα οι θέσεις εργασίας χάνονται συνεχώς σε όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως μεγέθους.



Οι ελληνικές επιχειρήσεις συναντούν πλήθος εμποδίων τόσο όσον αφορά την έναρξή τους όσο και την καθημερινή τους λειτουργία και αυτό δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της κρίσης. Σύμφωνα με μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα (2008), για την ευκολία της έναρξης μιας επιχείρησης, η Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή χώρα, μεταξύ 20 άλλων, όπου παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες δυσκολίες για την έναρξη μιας επιχείρησης.
Η αδυσώπητη φορολογία, η γραφειοκρατία αλλά και η κακή ψυχολογία της αγοράς αποτελούν μεγάλα εμπόδια και οι προτάσεις του ΔΝΤ κάθε άλλο παρά συνέβαλλαν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Οι φορολογικοί συντελεστές αυξήθηκαν, η γραφειοκρατία παρέμεινε στα ίδια επίπεδα και η ψυχολογία της αγοράς είναι κάκιστη λόγω των συνεχών περικοπών στους μισθούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Οι Ελληνικές κυβερνήσεις θα έπρεπε να στηρίζουν τις ΜΜΕ αλλά δεν το έχουν πράξει παραβλέποντας τη σημαντική τους συνεισφορά στην οικονομία. Η συχνά επικαλούμενη από τους κυβερνώντες, ανάπτυξη θα μπορούσε πιθανόν να επιταχυνθεί μέσω της επιχειρηματικότητας.  Όπως επισημαίνουν οι  Antje Stobbe της Deutsche Bank και ο Peter Pawlicki αφού η Ελλάδα δεν μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της μέσω της εξωτερικής υποτίμησης, θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ενίσχυση της παραγωγικότητας (OECD, 2015).
Η ανάπτυξη του επιχειρείν στην Ελλάδα θα δημιουργούσε νέες θέσεις εργασίας αλλά και θα συντελούσε στη διαφοροποίηση της οικονομίας που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε παραδοσιακούς κλάδους όπως είναι ο τουρισμός, η ναυτιλία και η γεωργία. Εάν για παράδειγμα δίνονταν έμφαση στην υψηλή τεχνολογία, κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά γιατί είναι ένας κλάδος που λόγω της διαρκούς καινοτομίας δημιουργεί γρήγορα πλούσιους επιχειρηματίες οι οποίοι με τη σειρά τους θα μπορούσαν να επενδύσουν σε νέες επιχειρήσεις.
Η οικονομική κρίση απειλεί την επιχειρηματικότητα λόγω της δυσκολίας εύρεσης χρηματοδότησης, τις καθυστερήσεις πληρωμών και τη γενικότερη μείωση ρευστότητας κάτι που οδηγεί στη χρεοκοπία.  
Ως τρόπο αντίδρασης στο δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, οι επιχειρήσεις έχουν δύο επιλογές, είτε να συμπεριφέρονται με προ-κυκλικό τρόπο (δηλ. να περικόψουν τα κόστη, να μειώσουν και να εξορθολογίσουν την επένδυση συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για καινοτομία) ή να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να διατηρήσουν ή ακόμα και να αυξήσουν την καινοτόμα δραστηριότητα τους δηλαδή με άλλα λόγια να συμπεριφερθούν αντι-κυκλικά  (Filippetti & Archibugi,2011). Κάποιες Ελληνικές επιχειρήσεις ακολούθησαν το δεύτερο επιβεβαιώνοντας τη Σουμπετεριανή δημιουργική καταστροφή που αναφέρεται στην εμφάνιση νέων καινοτόμων («επιχειρηματιών») οι οποίοι μπορεί να μην ήταν δραστήριοι πριν την κρίση αλλά  θέλουν να εκμεταλλευθούν την αναταραχή της κρίσης και να διεκδικήσουν τα μερίδια αγοράς των πρώην μονοπωλιακών επιχειρήσεων ή να μπουν σε  νέες αγορές (Archibugi et al., 2013).
Η συνεχής όμως έλλειψη ρευστότητας και η μειωμένη ζήτηση συμβάλλουν στην περικοπή του κόστους για Έρευνα και Ανάπτυξη και μένει να δούμε υπό το φως όλων των παραπάνω ποιες τελικά θα είναι οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να επιβιώσουν στην Ελλάδα της κρίσης αλλά και των δύσκολων γεωπολιτικών συνθηκών.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Οικονομολόγος – Καθηγήτρια ΜΒΑ

Βιβλιογραφία
Archibugi, D., Filippetti, A., & Frenz, M. (2013a). Economic crisis and innovation:
Is destruction prevailing over accumulation? Research Policy, 42(2), 303–314.

European Commission. (2013a), European Economic Forecast - Spring
2013. European Economy Series. Brussels: European Commission.

Filippetti, A., & Archibugi, D. (2011). Innovation in times of crisis: National
Systems of Innovation, structure, and demand. Research Policy, 40(2), 179–192.

Gaiotti, E. (2013). Credit availability and investment: Lessons from the “great
recession”. European Economic Review, 59, 212–227.

Natarajan, G. & Amish, A. (2009). Entrepreneurship development. Mumbai. Global Media Publishing.



Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ο φτωχός εργαζόμενος


Ο φτωχός εργαζόμενος

Συνέπεια της άλογης οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται τόσο στην Ελλάδα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα είναι η αύξηση τόσο του αριθμού των ανέργων όσο  και των φτωχών εργαζόμενων.  Οι δε προβλέψεις για το μέλλον είναι επίσης ζοφερές γιατί εάν συνεχισθεί αυτός ο τύπος πολιτικής αναμένεται οι άνεργοι σε παγκόσμιο επίπεδο να ανέρθουν σε 215 εκατομμύρια μέχρι το 2018 (ILO, 2014).
Ποιος είναι όμως ο «φτωχός εργαζόμενος»;  Ο ορισμός που έχει επικρατήσει είναι αυτός της Eurostat που ορίζει  τον φτωχό εργαζόμενο ως εκείνον που εργάζεται τουλάχιστον 7 μήνες το χρόνο.  Για τον ορισμό αυτό υπάρχουν αντιρρήσεις γιατί περιλαμβάνει τόσο αυτούς που έχουν σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου όσο και αυτούς με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου αλλά και αυτούς που έχουν μερική απασχόληση. Συνολικά, περίπου 21 εκατομμύρια εργαζόμενοι είναι χαμηλόμισθοι ενώ ο  ενώ οι φτωχοί εργαζόμενοι στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μαθητευόμενων ανέρχονταν σε 18 εκατομμύρια.




Οι διάφορες μορφές απασχόλησης είναι βασικός παράγοντας για το πώς συντίθεται η άτυπη απασχόληση αλλά και η υλική ασφάλεια που αυτή συνεπάγεται. Οι εργαζόμενοι που εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης είναι σε δυσχερέστερη θέση από αυτούς που εργάζονται με πλήρη απασχόληση ενώ το να έχει ένα νοικοκυριό  έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης μειώνει τον κίνδυνο ένταξης στους φτωχούς εργαζόμενους.  

Φυσικά το εργασιακό καθεστώς πλήρους απασχόλησης δεν είναι πανάκεια για μία αξιοπρεπή διαβίωση. Σύμφωνα με έναν άλλο ορισμό οι εργαζόμενοι  πλήρους απασχόλησης θεωρούνται φτωχοί εάν ο μισθός τους είναι κατά 50% λιγότερος από το μέσο όρο του ύψους των μισθών σε μία χώρα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η Γερμανία που παρουσιάζεται ως κραταιά οικονομία έχει μεγάλο αριθμό φτωχών εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης λόγω του ότι πολλές θέσεις εργασίας μεταφέρθηκαν στις Ανατολικοευρωπαϊκές χώρες όπου το κόστος εργασίας είναι χαμηλότερο και παράλληλα η αύξηση των μεταναστών πίεσε προς τα κάτω τους Γερμανικούς μισθούς ειδικότερα στο μεταφορικό και ξενοδοχειακό κλάδο αλλά και στον κλάδο υπηρεσιών καθαρισμού.

Πλέον ένας στους πέντε εργαζόμενους στη Γερμανία είναι χαμηλόμισθος και δεν μπορεί να διάγει έναν αξιοπρεπή βίο που να του εξασφαλίζει άνετα τροφή και στέγαση και φυσικά για διακοπές ούτε λόγος.  Έχοντας ως σημείο αναφοράς αυτούς που κερδίζουν λιγότερα από 980 Ευρώ μηνιαίως, το ποσοστό των ανθρώπων που θεωρούνται φτωχοί στη Γερμανία αυξήθηκε από 15,2% το 2007 σε 16,1% το 2011.

Ο λόγος που αυξάνεται ο αριθμός των φτωχών εργαζόμενων στη Γερμανία είναι το «Γερμανικό μοντέλο» μείωσης των εργατικών μισθών προκειμένου να υπάρξει αύξηση της γερμανικής ανταγωνιστικότητας.

Οι γυναίκες, από την άλλη, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να ενταχθούν στους φτωχούς εργαζόμενους γιατί αμείβονται λιγότερο από τους άντρες και μεγάλος αριθμός αυτών εργάζεται με μειωμένο ωράριο. Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά έχουν συνήθως επικεφαλής γυναίκα γι’αυτό και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας. Η γυναίκα προστατεύεται από τον κίνδυνο φτώχειας εάν συζεί με άντρα που εργάζεται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης αλλά η προστασία αυτή διακόπτεται σε περίπτωση διαζυγίου.

Το ΔΝΤ στη χώρα μας μίλησε για περαιτέρω μείωση μισθών ως μέσου αύξησης της ανύπαρκτης ανταγωνιστικότητας της χώρας μας. Δεδομένου ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο διαβίωσης  των διαφόρων χωρών π.χ. κάποιος στη Ρουμανία θεωρείται ότι είναι στο όριο της φτώχειας με 2.161 Ευρώ ετησίως, 3.476 Ευρώ στη Βουλγαρία και 3.603 και 5.117 Ευρώ ετησίως στη Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία και Πολωνία (ΕΑPN 2015) και δεδομένου ότι με αυτές τις χώρες μας συγκρίνουν, προβλέπεται ότι τα σχέδια μείωσης των μισθών στη χώρα μας θα φτάσουν σε αυτά τα επίπεδα. Σε συνδυασμό δε με την μείωση των προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής (επιδόματα ανεργίας, οικογενειακά κτλ.) και τον διαρκώς αυξανόμενο παγκόσμιο και τοπικό δείκτη ανεργίας θα έχουμε γενικευμένη εξαθλίωση. Ως εκ τούτου,  η πλήρης αλλαγή αυτής της  ανάλγητης οικονομικής πολιτικής που δεν οδηγεί σε κανένα θετικό αποτέλεσμα είναι κάτι περισσότερο από επιτακτική.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Οικονομολόγος, Καθηγήτρια ΜΒΑ



Βιβλιογραφία
EAPN (The European Anti-Poverty Network) 2015,Διαθέσιμο στον Παγκόσμιο Ιστό:< http://www.eapn.eu/en/what-is-poverty/how-is-poverty-measured>
Euractiv.com 2015, Minimum wage unlikely to remedy rising poverty in Germany, Διαθέσιμο στον Παγκόσμιο Ιστό: < http://www.euractiv.com/sections/social-europe-jobs/minimum-wage-unlikely-remedy-rising-poverty-germany-312281>
Eurofound 2010, Working poor in Europe.
ILO 2014, Global Employment Trends, Διαθέσιμο στον Παγκόσμιο Ιστό:< http://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/---dgreports/---dcomm/---publ/documents/publication/wcms_233953.pdf>
LSE 2015, Despite high employment rates, Germany is also experiencing increasing poverty among its citizens. Διαθέσιμο στον Παγκόσμιο Ιστό: < http://blogs.lse.ac.uk/europpblog/2014/01/08/despite-high-employment-rates-germany-is-also-experiencing-increasing-poverty-among-its-citizens/>





Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Πώς η εκπαιδευτική ανισότητα συμβάλλει στη διόγκωση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας

Η επιλογή των ιδιωτικών σχολείων και όχι των δημοσίων για τους γόνους των πολιτικών οικογενειών στη χώρα μας είναι αρκετά ενδεικτική για το μέγεθος της ανισότητας στην εκπαίδευση και όχι μόνο.
Η κοινωνική και οικονομική ανισότητα οδηγεί και στην εκπαιδευτική ανισότητα μέσα από ένα σύνολο μηχανισμών το οποίο αλληλεπιδρά σε όλη τη διάρκεια ζωής του ατόμου. Ενδεικτικά οι ανισότητες αυτές είναι υλικού τύπου όπως είναι η τροφή, ο ύπνος, το είδος της ένδυσης, η ύπαρξη της κατάλληλης στέγης και της σταθερότητας, η συναισθηματική ασφάλεια, η πρόσβαση σε βιβλία και Η/Υ, τα μέσα μεταφοράς, η ησυχία και ο κατάλληλος χώρος καθώς και εάν το παιδί συμβάλλει ή όχι στο οικογενειακό εισόδημα με εργασία.
Αλλου τύπου ανισότητες είναι η αντίληψη του εάν η εκπαίδευση είναι «για ανθρώπους σαν εμάς», τα κοινωνικά δίκτυα, η «γνώση του συστήματος», η ικανότητα να μιλά κανείς και να συμπεριφέρεται με το «σωστό τρόπο» προκειμένου να επιτύχει στη διαπραγμάτευση για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, οι σχέσεις με τους δασκάλους και τους μαθητές καθώς και το εάν τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί μέσω της εκπαίδευσης μπορούν να μεταφρασθούν σε εισόδημα και σε θέσεις εργασίας.
Με βάση το έργο των  Schultz (1961a; 1962; 1963), Becker (1962; 1964) και Mincer (1958; 1962; 1974), η εισοδηματική ανισότητα θεωρείται ότι επηρεάζεται από τα επιτεύγματα του ανθρώπου στην εκπαίδευση, σε μία διαδικασία που αναφέρεται συχνά ως «εμβάθυνση ικανοτήτων»  (Williamson, 1991).
Ένα υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο επιτυγχάνεται μέσω της μεγαλύτερης πρόσβασης στην εκπαίδευση, με την εκπαίδευση υψηλότερης ποιότητας αλλά και με την αύξηση των επενδύσεων σε φυσικό κεφάλαιο.
Οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις είναι πιθανόν να αυξήσουν το εισόδημά τους μέσω της καλύτερης πρόσβασης στην εκπαίδευση και έτσι να μειωθεί η εισοδηματική ανισότητα  (Checchi, 2000).


Η πιο εκτεταμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας πολιτών που να είναι πιο ενημερωμένοι σχετικά με την οικονομία της αγοράς, μειώνει το lobbying των πλουσίων και όπως προαναφέρθηκε μειώνει την εισοδηματική ανισότητα.
Η επίδραση του μορφωτικού επιπέδου στην ανισότητα του εισοδήματος εξαρτάται επίσης από το είδος της εκπαίδευσης. Οι Glomm και Ravikumar (1992) υποστηρίζουν ότι η δημόσια εκπαίδευση μειώνει την εισοδηματική ανισότητα πιο γρήγορα από ό, τι η ιδιωτική εκπαίδευση. Η κατανομή δε του εισοδήματος μέσω της δημόσιας εκπαίδευσης γίνεται λιγότερο ασύμμετρη γιατί οι φτωχοί εάν και φορολογούνται για τα έσοδά τους, απολαμβάνουν τους καρπούς του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο σύμφωνα με τους ερευνητές (Galor και Tsiddon 1997b, Hassler και Mora 2000)  που είναι ότι τα γενετικά χαρακτηριστικά συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την εκπαίδευση που λαμβάνουν τα παιδιά και τις δεξιότητές τους.
Σήμερα, η πρόσβαση στην εκπαίδευση γίνεται δύσκολη, ιδιαίτερα στην ανώτατη εκπαίδευση, λόγω αυξημένου κόστους χρηματοδότησης (βλ. αύξηση των διδάκτρων στα Βρετανικά Πανεπιστήμια, μείωση των υποτροφιών, αύξηση των σπουδαστικών δανείων). Ειδικότερα για τα δάνεια, τα άτομα που έχουν εξαιρετικά χαμηλό εισόδημα μπορούν να έχουν μεγάλους πιστωτικούς περιορισμούς και έτσι να μην μπορούν να φθάσουν σε ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης  (Dur et al., 2004).
Συνεπώς το εάν οι φτωχότεροι θα μπορούν να επενδύσουν στην εκπαίδευση εξαρτάται από τον πλούτο των γονιών τους. Οι Becker και Chiswick (1966) και Park (1996) με τις μελέτες τους έδειξαν ότι ένα υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού έχει  αντισταθμιστική επίδραση στην κατανομή του εισοδήματος και  όσο μεγαλύτερη είναι η εκπαιδευτική ανισότητα  τόσο μεγαλύτερη είναι και η εισοδηματική.
Εάν όμως συνδυασθεί με τα προαναφερθέντα δηλ. τη δυσκολία πρόσβασης των φτωχών στην εκπαίδευση λόγω των πιστωτικών και όχι μόνο περιορισμών και την εξάρτησή τους από το γονεϊκό πλούτο καταλήγουμε ότι χωρίς ισχυρή δημόσια εκπαίδευση οι εισοδηματικές ανισότητες θα ενταθούν ή όπως λέει ο λαός μας «οι φτωχοί θα γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι».

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Οικονομολόγος, Καθηγήτρια ΜΒΑ

Βιβλιογραφία

Becker, G. 1962, Investments in human capital: a theoretical analysis, Journal of Political Economy, Vol. 70, pp. 9-44. FEP Working Paper no. 121, November 2002
Becker, G. 1964, Human Capital. A Theoretical and Empirical Analysis with Special Reference to Education, 3rd Edition, 1993, Chicago and London: The University of Chicago Press.
Becker, G. S. and Chiswick, B.R.1966,Economics of Education and Distribution of Earnings,  American Economic Review 56(2): 358-369.
Checchi, D.2000, Does Educational Achievement Help to Explain Income Inequality?, Working Paper n.11.2000, University of Milan, Italy.
Dur, R, C Teulings, and T Van Rens 2004. Should Higher Education Subsidies Depend on Parental Income? Oxford Review of Economic Policy 20:284-297.
Galor, O. and Tsiddon, D.1997b, Technological Progress, Mobility, and Economic Growth. American Economic Review 87(3): 363-382.
Glomm, G. and Ravikumar, B. 1992, Public versus private investment in human capital: Endogenous growth and income inequality, Journal of Political Economy 100, 818-834.
Hassler, J. & Mora, J.V.R. 2000, Intelligence, Social Mobility, and Growth. American Economic Review 90(4): 888-908.
Mincer, J. 1958, Investment on human capital and personal income distribution”, Journal of Political Economy, Vol. 66, pp. 281-302.
Mincer, J. 1962, Human capital responses to technological change in the labor market, in Studies in Human Capital, Elgar.
Mincer, J.1974, Economic development, growth of human capital, and the dynamics of the wage structure, Journal of Economic Growth, 1, pp. 29-48.
Park, K. H.1996, Educational Expansion and Educational Inequality on Income Distribution. Economics of Education Review 15(1): 51-58.
Schultz, T. 1961b,The concept of human capital: reply, in M. Blaug, Economics of education 1, pp. 58-64.
Schultz, T.W. 1962, Reflections on Investment in Man, Journal of Political Economy, 70(5:2), 1-8.
Schultz, T. 1963, Economics of the Family, NBER, Chicago University Press.
Williamson, O.E. 1991, Strategizing, economizing, and economic organization. Strategic Management Journal.







Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Φωτεινή Μαστρογιάννη Αντώνης Σωτηρόπουλος, Ελεύθερη βούληση, Take the money and run 06 11 15

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΒΟΡΡΑ -ΝΟΤΟΥ


Η έννοια της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ότι είναι συνυφασμένη με τις ανισότητες τόσο στις χώρες του Βορρά – Νότου όσο και εντός των  χωρών.
Οι ανισότητες αυτές καθιστούν επίκαιρο τον Σαμίρ Αμίν και τη θεωρία του για τα πέντε μονοπώλια που απορροφούν την «υπεραξία» που παράγεται στην περιφέρεια. Τα πέντε μονοπώλια, σύμφωνα με τον Σαμίρ Αμίν, είναι τα ακόλουθα: το μονοπώλιο της τεχνολογίας που παράγεται από τις στρατιωτικές δαπάνες των ιμπεριαλιστικών κέντρων, το μονοπώλιο του ελέγχου στην παγκόσμια οικονομική κατάσταση και της ισχυρής θέσης που μπορεί να κατέχει μία χώρα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το μονοπώλιο της πρόσβασης σε φυσικούς πόρους, το μονοπώλιο της διεθνούς επικοινωνίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και το μονοπώλιο των μέσων μαζικής καταστροφής. Οι ισχυρότερες χώρες κατέχουν αυτά τα μονοπώλιο και έτσι οι ανισότητες διευρύνονται όπως φαίνεται και από τα παρακάτω στοιχεία:

·         Το έτος 2000, οι πιο ανεπτυγμένες περιοχές της ΕΕ είχαν μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ  2,8 φορές υψηλότερο από τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές. Το 2013 η διαφορά αυτή ήταν 2 φορές υψηλότερη.
·         Οι πιο αναπτυγμένες περιφέρειες της ΕΕ είχαν τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 2000-14. Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, τα έτη 2000 έως 2005 καταγράφηκαν στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες της ΕΕ. Ωστόσο, υπήρξε μια μείωση στα ποσοστά ανεργίας πριν από τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση με την ταχύτερη μείωση που καταγράφεται στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες. Από το 2006 και μετά, το ποσοστό ανεργίας των περιφερειών μετάβασης ήταν υψηλότερο από εκείνο των λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών.
·         Από τα σχετικά χαμηλά του 2007 για τις οικονομίες μετάβασης και τα σχετικά χαμηλά του 2008 για τις περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, ο βαθμός ανεργίας στην ΕΕ συνέχισε να αυξάνει μέχρι το 2013 σε ποσοστό 15,7% στις μεταβατικές περιοχές, 12,6% για τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές και 9,3% για τις περισσότερο ανεπτυγμένες περιοχές.
·         Το 2014 ο βαθμός ανεργίας άρχισε να πέφτει πάλι και η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές (μείον 0,9 ποσοστιαίες μονάδες). Θα πρέπει να επισημανθεί ότι όπως το ΑΕΠ ανά κάτοικο έτσι και  ο βαθμός  ανεργίας μπορεί να εξηγηθεί από τον αριθμό των κατοίκων (ή ακριβέστερα από το μέγεθος της εργατικής δύναμης) αντί των αλλαγών στον αριθμό των ανέργων.  Λόγω της οικονομικής κρίσης οι λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές έχασαν πληθυσμό λόγω της μετανάστευσης που πραγματοποιήθηκε γι’ αυτό και εξηγείται σε μεγάλο βαθμό η μείωση στην ανεργία που σημειώθηκε σε κάποιες από αυτές. Ενδεικτικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αριθμός των κατοίκων μειώθηκε κατά 3-4% στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία και 8-9% στη Λιθουανία και στη Λετονία για την περίοδο 2008-2014.
·           Το 2014 στην ΕΕ των 28 ο βαθμός ανεργίας παρέμεινε σχετικά υψηλός (10,2%) εάν και ήταν κατά 0,7% χαμηλότερος σε σύγκριση με τα το 10,9% που ήταν το 2013. Για την περίοδο 2008-2014, ο εθνικός βαθμός ανεργίας έπεσε στη Γερμανία, στην Ουγγαρία , στη Μάλτα αλλά και στα Σκόπια.



Θα πρέπει, ωστόσο,  να επισημανθεί ότι ακόμα και στις γρήγορα αναπτυσσόμενες περιφερειακές οικονομίες της ΕΕ, οι νέοι αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην εύρεση εργασίας ειδικά αυτοί που δεν έχουν υψηλά προσόντα και παρουσιάζονται χαρακτηριστικά δομικής ανεργίας δηλαδή δεν θα μπορούν να βρουν εργασία εύκολα και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι Overman & Puga (2002) δείχνουν ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι περιοχές που είχαν υψηλό ή χαμηλό βαθμό ανεργίας παρουσίασαν μία αμετάβλητη κατάσταση. Οι περιοχές με ενδιάμεσο βαθμό ανεργίας, από την άλλη, αναπτύχθηκαν προς τα άκρα δείχνοντας ότι η μοίρα των περιοχών όσον αφορά την ανεργία συνδέεται στενά με τις γειτονικές περιοχές (είτε ανήκουν είτε όχι στην ίδια χώρα) κάτι που θα πρέπει και η Ελλάδα να λάβει σοβαρά υπόψη της αλλά και οι χώρες που γειτνιάζουν με την Ελλάδα.

Τα αποτελέσματα αυτά τόσο μεταξύ των χωρών όσο και των χωρών επιβεβαιώνουν το μοντέλο των Crozet και Koening-Soubeyran (2004), που αποδεικνύει  ότι η απελευθέρωση του εμπορίου (όπως συμβαίνει στην ΕΕ)  είναι πιθανό να επιδεινώσει τις περιφερειακές ανισότητες, ειδικότερα όταν μία από τις περιοχές της χώρας έχει καλύτερη πρόσβαση και χαμηλότερο κόστος στις ξένες αγορές. Έτσι εξηγείται και το ότι  οι περιφερειακές ανισότητες μεταξύ των κρατών (π.χ. αστικές πόλεις – περιφέρεια)  αυξήθηκαν κατά 10% (2014).
Ο Σαμίρ Αμίν έθετε το θέμα της αποσύνδεσης της περιφέρειας από το κέντρο προκειμένου αυτή να αναπτυχθεί. Ως τόσο οι περιφερειακές χώρες και λόγω της οικονομικής κρίσης είναι πολύ αδύναμες. Θα πρέπει να έχουν διαπραγματευτική ικανότητα και οικονομικά, πολιτισμικά και πολιτικά πλεονεκτήματα. Η περιφέρεια αναγκάζεται να υπακούει στην ανάπτυξη του «κέντρου». Για να αναπτυχθεί λοιπόν η αποσύνδεση πρέπει να σχετίζεται με κάποιο είδος κοινωνικού προγράμματος το οποίο αποτελεί το σχέδιο δημιουργίας ενός εθνικού και σύγχρονου κράτους. Η Ελλάδα όμως δεν φαίνεται να έχει κανένα τέτοιο σχέδιο αλλά ούτε και πρόθεση αποσύνδεσης, συνεπώς, η μελλοντική της κατάσταση  δεν είναι ευοίωνη.

 Φωτεινή Μαστρογιάννη
Οικονομολόγος - Καθηγήτρια ΜΒΑ
en-athinais.webnode.gr
mastroyanni.blogspot.gr 




Βιβλιογραφία

Amin, Samir. 2006. Beyond U.S. Hegemony? Assessing the Prospects for a Multipolar World. Trans. by Patrick Camiller. New York: Zed Books.

Crozet, M. και Koenig-Soubeyran, P.2004,Trade liberalization and the internal geography of countries”, Documents de Travail du CREST 2002-37, INSEE, Paris.

European Commission 2013, Social Investment Package. Investing in Health. Staff Working Document.
Διαθέσιμο στο:
http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=1044&langId=en&newsId=1807& moreDocuments=yes&tableName=news, Πρόσβαση [November 1st 2015]

Eurostat. 2020, Regions: Nomenclature of Territorial Units for Statistics (nuts). Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities.

Overman, Henry G. and Diego Puga. 2002, Unemployment clusters across European regions and countries. Economic Policy 34, April 2002, 115-147.



ΣΕ ΒΛΕΠΩ