Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Λιανικό Εμπόριο Τροφίμων, Ποτών και Καπνού – Κρίση για τους πολλούς αλλά όχι για τους λίγους


O κλάδος των τροφίμων, ποτών και καπνού είναι ένας από τους μεγαλύτερους στην Ελλάδα όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί αλλά και τον αριθμό των επιχειρήσεων που βρίσκεται σε αυτόν.
Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό και οι επιχειρήσεις ως τρόπο αντίδρασης επιλέγουν τη συνεργασία με ένα πλήθος παραγωγών κάτι όμως που επιβαρύνει το κόστος διανομής το οποίο μεταφέρεται στη συνέχεια στις τιμές των προϊόντων οι οποίες και αυξάνονται. Ωστόσο λόγω του μεγάλου ανταγωνισμού, μειώνεται αντίστοιχα και η κερδοφορία των επιχειρήσεων οι οποίες μέσω των εξαγορών και συγχωνεύσεων προσπαθούν να ενδυναμωθούν.  Οι πολυεθνικές αλυσίδες ασκούν μεγάλη πίεση στα περιθώρια κέρδους και όπως έχω αναφέρει και σε άλλο μου άρθρο, η αγορά γίνεται ολιγοπωλιακή με εξαφάνιση των μικρών παικτών.
Η ολιγοπωλιακή αυτή όμως συγκέντρωση ξεκίνησε ήδη από την πενταετία 2000-2005 μέσω των μεγάλων συγχωνεύσεων και εξαγορών που πραγματοποιήθηκαν στον κλάδο.
Από το 2009 μέχρι και σήμερα το οργανωμένο εμπόριο τροφίμων έχει χάσει το 30% του τζίρου του. Ήδη 6-7 παίκτες ελέγχουν το 65% της αγοράς.
Εάν αναλύσουμε τον κλάδο χρηματοοικονομικά για τα έτη 2007, 2011 και 2012 θα δούμε ότι ήδη ο κλάδος είχε προβλήματα όπως φερ’ειπείν για τις ημέρες είσπραξης των απαιτήσεών τους. Και με αυτό το δείκτη επιβεβαιώνονται αυτά που έχουμε αναφέρει για τη συγκέντρωση της αγοράς στα χέρια λίγων γιατί ενώ οι Α.Ε. με ειδικευμένα καταστήματα μείωσαν τις ημέρες παραμονής των απαιτήσεων από 112 σε 108 και 106 αντίθετα οι μικρότερες επιχειρήσεις από 87 ημέρες που ήταν το 2007 πήγαν στις 132 ημέρες το 2012 κάτι που επιβαρύνει αισθητά τη ρευστότητά τους. Παρόλο που οι επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου κατόρθωσαν τα έτη αυτά να καλύπτουν τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους ωστόσο παραμένει το πρόβλημα του περιθωρίου μεικτού κέρδους που δεν βοηθά ειδικά τις μικρές επιχειρήσεις, μετά την αφαίρεση των λειτουργικών τους εξόδων, να έχουν ικανοποιητικό κέρδος αναλογικά με τις πωλήσεις και τα ίδια κεφάλαιά τους. Ενδεικτικά το περιθώριο μεικτού κέρδους στις ΑΕ ήταν για τα έτη 2007, 2011 και 2012 της τάξης του 0,21%, 0,20% και 0,20% ενώ για τις μικρότερες επιχειρήσεις ήταν ακόμη χειρότερα ήτοι -0,30%, 0,175 και 0,14% για τα ίδια έτη αντίστοιχα.
Ο κλάδος έδειξε κάποιες αντοχές το τελευταίο διάστημα αλλά όπως φαίνεται από τους δείκτες μάλλον θα είναι βραχυπρόθεσμες. Συγκεκριμένα, οι λιανικές πωλήσεις τον Μάιο του 2015 ανέκαμψαν (+4,2%) αλλά η καταναλωτική εμπιστοσύνη  μειώνεται για το Β’ τρίμηνο του 2015.


Το ίδιο συμβαίνει και με την καταναλωτική εμπιστοσύνη, δηλ. κάμψη εάν και είχε άνοδο τον Φεβρουάριο του 2015 κάτι όμως που δεν μας εκπλήσσει γιατί σχετικές έρευνες του καθηγητή Πανά δείχνουν ότι στις περιόδους εκλογών η καταναλωτική πίστη αυξάνεται και μετά μειώνεται σημειώνοντας πάλι αύξηση στις επόμενες εκλογές που θα ακολουθήσουν.

Απογοήτευση επικρατεί και στις επιχειρηματικές προσδοκίες όπως βλέπουμε και στον παρακάτω πίνακα.

Παρά όμως τα παραπάνω αρνητικά δεδομένα ο δείκτης τιμών καταναλωτή είναι θετικός για τα τρόφιμα κάτι που πιστοποιεί την αντίληψη για ολιγοπωλιακή συγκέντρωση της αγοράς.

Κλείνοντας, το θέμα της ολιγοπωλιακής συγκέντρωσης της αγοράς στον κλάδο αποτελεί πρόβλημα που απασχολεί όλη την ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ήδη από το 2012 γνωμοδότησε για τον κλάδο σε πανευρωπαϊκή κλίμακα αναφερόμενη στην ολιγοπωλιακή του μορφή, στην αδιαφάνεια των τιμών και στις καταχρηστικές πρακτικές έναντι των προμηθευτών κυρίως έναντι των προμηθευτών τροφίμων. Πολύ σημαντική είναι η ακόλουθη επισήμανση « Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει την αποτυχία της αγοράς, διότι η κατάσταση, σε ένα σύστημα που δεν ρυθμίζεται επαρκώς, εξακολουθεί να επιδεινώνεται.» Την αυτορρύθμιση της αγοράς καταγγέλει η ΕΟΚΕ κατακρημνίζοντας τις σχετικές θέσεις των μονεταριστών που αποδεικνύονται στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον πλήρως αποτυχημένες.

Όπως όμως αποδεικνύεται, πρόκειται για φωνή βοώντος εν τη ερήμω, γιατί η ΕΕ ακολουθεί πιστά το μονεταριστικό μοντέλο με ιδιαίτερη σκληρότητα στην περίπτωση της Ελλάδας. Συνεπώς, αναμένεται το πρόβλημα να συνεχισθεί, με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Όπως φαίνεται και από τους παραπάνω πίνακες, η μείωση του διαθεσίμου εισοδήματος των Ελλήνων τους έχει οδηγήσει σε μείωση δαπανών αλλά όχι των τροφίμων που είναι ανελαστικό αγαθό δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τα τρόφιμα. Ως εκ τούτου, μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται στα τρόφιμα, χαρακτηριστικό τριτοκοσμικών οικονομιών, με ολιγοπωλιακή συγκέντρωση της αγοράς κάτι που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς. Είναι προφανές ότι εάν συνεχισθεί αυτή η κατάσταση, οδηγούμαστε σε περαιτέρω κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον κλάδο  και πλήρη εξαθλίωση του καταναλωτή κάτι που πραγματικά απευχόμαστε όλοι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου